Οι κυριότεροι λόγοι προσφυγής εναντίον φόρων σε ακίνητη περιουσία και η κρίσιμη απόφαση του ΣτΕ

Είναι γεγονός πως την περίοδο της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα η φορολογία ανήλθε σε πολύ υψηλά επίπεδα και ειδικά η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας αποτελεί ένα μεγάλο ποσοστό των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών. Οι οριζόντιες και αναχρονιστικές μέθοδοι φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας γέννησαν λοιπόν την ανάγκη των πολιτών να προστατέψουν τα περιουσιακά τους στοιχεία προσφεύγοντας στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια για την προσβολή των υπαρχόντων φόρων επί της ακίνητης περιουσίας.

Έτσι, λοιπόν, προέκυψε η υπ’ αριθμόν 86/15 απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου που δημιουργεί νέα δεδομένα στην διεκδίκηση μιας πιο δίκαιης φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας. Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ελήφθη σε πιλοτική δίκη, «δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η δυνατότητα που έχει ο φορολογούμενος να αμφισβητήσει με προσφυγή του στο διοικητικό δικαστήριο το ύψος της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου του που επιβαρύνεται με Φ.Α.Π.». Με βάση την απόφαση αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας η διεκδίκηση αποζημίωσης εκ μέρους του προσφεύγοντος φορολογούμενου δεν θα στηρίζεται στη διαφορά στις αντικειμενικές αξίες, αλλά στην εκτίμηση ορκωτού εκτιμητή για την πραγματική αξία του ακινήτου. Έτσι, για πρώτη φορά στα ελληνικά δικαστικά χρονικά, σε αντίθεση δηλαδή με ό,τι συμβαίνει ήδη σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Γαλλία, αναγνωρίζεται στο φορολογούμενο το δικαίωμα να αμφισβητεί την αξία,  που υπολόγισε η φορολογική αρχή για ένα ακίνητο. Κάθε φορολογούμενος θα πρέπει λοιπόν από εδώ και στο εξής, να ακολουθήσει ατομικά την δικαστική οδό, προσκομίζοντας ταυτόχρονα και μια πρόσφατη αποτίμηση του ακινήτου του από έναν εκ των επαγγελματιών εκτιμητών. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η διοίκηση δεσμεύεται από μια τέτοια εκτίμηση, την οποία μπορεί και ν’ αμφισβητήσει. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο φορολογούμενος μπορεί να προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια, προκειμένου να κριθεί πλέον, από αυτά η ορθότητα του υπολογισμού της αξίας του ακινήτου του.

Ένας επιπλέον λόγος για την προσφυγή εναντίον του  ΕΝΦΙΑ, μπορεί να αποτελέσει η χρήση απρόσφορων κριτηρίων φοροδοτικής ικανότητας. Βάσει  αυτού, τα κριτήρια της «τιμής ζώνης» και της «μοναδιαίας αξίας οικοπέδου» δεν είναι γενικά και αντικειμενικά,  όπως επιβάλλει το Σύνταγμα (βλ Ολ ΣτΕ 1685/2013 σκέψη 11), γιατί δεν ανταποκρίνονται σε μια γενική και αντικειμενική πραγματικότητα που εφαρμόζεται στο σύνολο των ακινήτων όπως θα συνέβαινε με την χρήση του κριτηρίου της αγοραίας αξίας. Ένας δεύτερος λόγος προσφυγής, μπορεί να είναι η παράλειψη πρόβλεψης αφορολογήτου ορίου, κάτι το οποίο  ενδέχεται να οδηγήσει στα όρια της φτώχειας ανθρώπους, των οποίων  το εισόδημα  δεν επαρκεί, στερώντας τους έτσι απαραίτητα για την επιβίωσή τους αγαθά. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι  «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας».

Έτσι, ανοίγει ο δρόμος σε όλους τους ιδιοκτήτες της χώρας, για την αμφισβήτηση του ΕΝΦΙΑ και των υπολοίπων φόρων επί της ακίνητης περιουσίας. Για την καταλληλότερη και  εξειδικευμένη καθοδήγηση σε όλες αυτές τις ενέργειες,  μπορείτε να επικοινωνήσετε με τη Δικηγορική Εταιρεία BCLA, η οποία θα σας παράσχει τη νομική υποστήριξη που χρειάζεστε.